Κυριακή, 17 Ιουλίου 2011

«Ανάθεμα την ώρα που τους ψήφιζα!»



Μένω σε μια ήσυχη, επαρχιακή κωμόπολη. Σπάνια γίνεται κάτι εδώ, που να διαταράξει τη ρουτίνα μας. Όπως σε κάθε κλειστή κοινωνία, ο κόσμος κοιτάει τα σπίτια του, τις δουλειές του, τη ζωούλα του. Η ηρεμία μας είναι δεδομένη, μιας κι ο θόρυβος κι η βία της πόλης δε μας αγγίζουν.

Έτσι ήταν τουλάχιστον μέχρι πρότινος η ζωή μας. Γιατί ξαφνικά η ηρεμία μας χάθηκε, όταν μας χτύπησε την πόρτα η αβεβαιότητα...
Καθόμουν λίγο νωρίτερα στο μπαλκόνι, έπινα τον καφέ μου κι έπαιζα με το κουτάβι μου. Από κάτω, όπως κάθε απόγευμα, οι θείτσες της γειτονιάς είχαν στήσει το γνωστό πηγαδάκι τους στο πεζοδρόμιο, στην απέναντι γωνία. Η καθεμιά φέρνει πάντα την καρεκλίτσα της μόλις πιάσει απογευματάκι, στήνουν το κουτσομπολιό παριστάνοντας τους δημοσιογράφους, αφού αναμεταδίδουν όλα τα φρέσκα νέα που έμαθαν, και δε φεύγουν πριν νυχτώσει για τα καλά κι εξαντλήσουν όλα τα θέματα.
Όπως καθόμουν λοιπόν σήμερα έξω, τις άκουγα να μιλάνε. Γελούσα με τις ανοησίες τους και με την αφέλειά τους σε πολλά πράγματα. Ήταν διασκεδαστικό να παρακολουθώ μια τέτοια συζήτηση, όπου η καθεμιά τους πετούσε και μια γνώμη άνευ υποστάσεως. Για να είμαι ειλικρινής, δεν κατάλαβα πώς το θέμα γύρισε από την κόρη της κυρά-Μαρίκας, που χώρισε τις προάλλες γιατί έκαψε το φαγητό, στο αβέβαιο μέλλον που αντιμετωπίζουν οι νέοι του σήμερα.
Ξαφνικά τα χάχανα των κυράδων έγιναν φωνές ανησυχίας και φόβου. «Το σπούδαζε ο γιος μου τόσα χρόνια, για να δουλεύει σήμερα από ‘δω κι από ‘κει γκαρσόν. Δεν έχει μέλλον, το βλαστάρι μου», έλεγε η μια. «Το δικό σας τουλάχιστον δουλεύει, δόξα τω Θεώ να λες μαρή», απαντούσε με πίκρα και κάποια ζήλεια η άλλη.
«Αμ τ’ άλλο πού το πας; Κόβουν μισθούς, κουτσουρεύουν κι άλλο τις συντάξεις, πίνουν το αίμα του λαουτζίκου κι αυτοί τρώνε με χρυσά κουτάλια. Γιατί μωρέ δε βάζουν κι αυτοί το χέρι στην τσέπη, να σώσουν τον τόπο;»
«Κορίτσια, κρατηθείτε, τα χειρότερα δεν ήρθαν ακόμα», είπε κάποια. «Πού να δείτε τώρα μ’ αυτά τα μνημόνια και τα μεσοπρόθεσμα τι έχει να γίνει… Θα πούμε το ψωμί ψωμάκι. Κι άντε, εμείς θα φύγουμε όπου να ‘ναι. Ό,τι ήταν να κάνουμε, το κάναμε. Τα παιδιά μας τι θα κάνουν, μου λέτε; »
«Ο δικός μου μωρέ με την Αγγελικούλα δεν τολμούν να το σκεφτούν για γάμο μ’ όλα αυτά… Τόσα χρόνια μαζί και την έχει στο περίμενε. Θα κλείσω τα μάτια μου κι αγγόνια δε θα δω», έβγαλε την πίκρα της μια άλλη.
Κι άρχισε η καθεμιά να λέει τον πόνο της, το μακρύ και το κοντό της.
«Απαπα, πώς καταντήσαμε έτσι;» έλεγαν και κουνούσαν το κεφάλι τους σαν κουρασμένες μοιρολογίστρες.
Μέχρι που πετάχτηκε η κυρά-Ζωή και φώναξε αγανακτισμένη: «Ανάθεμα, μωρέ, την ώρα που τους ψήφιζα! Ανάθεμα και τρισανάθεμα τόσα χρόνια, δε μου κοβόταν το χέρι καλύτερα; Που κακό χρόνο να ‘χουν, τα κοπρόσκυλα! Τα καταστρέψαμε τα παιδιά μας…»
Δεν άντεξα. Σηκώθηκα από την καρέκλα μου και κοίταξα κάτω. «Να μου ζήσεις, κυρά-Ζωή! Ν’ αγιάσει το στόμα σου!» της φώναξα.

Ατρυτώνη Αθηνά

1 σχόλιο: