Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2011

ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΙΩΜΕΝΟΥ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΕ ΛΟΓΙΕΤΑΙ


Αυξεντίου, Καραολής, Παλληκαρίδης, Δημητρίου. Ονόματα που πρώτη φορά άκουσα στην τρίτη τάξη του Λυκείου. Μέχρι τότε σιωπή. Κανείς δε μου τα είχε αναφέρει, κανείς δεν τα είχε ξεστομίσει, κανείς δεν είχε φωνάξει την ανδρεία τους. Κανείς δεν είχε μιλήσει στα ελληνικά σχολεία για τους ήρωες του Κυπριακού αγώνα, που δολοφονήθηκαν από τους «φίλους μας» τους Άγγλους.

Στην τρίτη Λυκείου, λοιπόν, τέλη Μαρτίου θυμάμαι ήταν, πήγαμε επταήμερη εκδρομή με το σχολείο στην Κύπρο. Η ξεναγός μας ήταν μια γλυκύτατη Κύπρια κυρία, που σαν άρχισε να μας μιλά για τους αγώνες των Κυπρίων και τα εγκλήματα του ψευδοκράτους, την πήραν τα κλάματα. Με πόνο και δάκρυα στα μάτια φώναζε πώς ξέκοψαν την Κύπρο από την Ελλάδα και δίχασαν τους Έλληνες. «Εσείς εκεί πάνω δε μας γνωρίζετε, νομίζετε πως οι περισσότεροι Κύπριοι δε θέλουν την Ένωση, όμως είμαστε αδέλφια», τόνιζε με αληθινό σπαραγμό.

Η κυρία Ελένη, λοιπόν – έτσι την έλεγαν – μας συνόδευε καθ’ όλη τη διάρκεια της εκδρομής μαθαίνοντάς μας όλα εκείνα που οι δάσκαλοι κι οι καθηγητάδες μας τόσα χρόνια είχαν παραλείψει να μας πουν. Τη δεύτερη μέρα θα επισκεπτόμασταν τα Φυλακισμένα Μνήματα. Στο δρόμο από Λεμεσό προς Λευκωσία μας μίλησε για τον αγώνα για την απελευθέρωση της Κύπρου από τους Άγγλους, αναφέροντάς μας όλα τα παραπάνω ονόματα κι ακόμη περισσότερα.
Φτάνοντας στο μικρό αυτό κοιμητήριο γνωρίζαμε πια την ιστορία των παληκαριών που ήταν θαμμένα εκεί. Αντικρύσαμε με δέος τους τάφους τους, ενώ στον τοίχο από πίσω έγραφε με μεγάλα γράμματα: «Του ανδρειωμένου ο θάνατος θάνατος δε λογιέται». Ανατριχιάσαμε. Ξέραμε πια ποιοι ήταν και τι είχαν κάνει, ξέραμε πώς πέθαναν, το γιατί και από ποιους. Εκείνο που δεν ξέραμε και παγώσαμε, όταν το είδαμε γραμμένο στις ταφόπλακές τους, ήταν οι ηλικίες τους… Παιδιά σχεδόν στη δική μας ηλικία. Κοιταζόμασταν με τους συμμαθητές μου δειλά, ενώ ένα ελαφρύ ρίγος διέτρεχε τις ραχοκοκκαλιές μας, και ο ένας στο βλέμμα του άλλου συναντούσαμε την ίδια σκέψη: «εσύ θα το ‘κανες;»
Νιώσαμε ντροπή και ενοχές. Για ποιο λόγο ακριβώς δεν είμαι σε θέση να πω. Ίσως γιατί μέχρι τότε δεν τους γνωρίζαμε καν. Ίσως γιατί όλοι εμείς είχαμε μάθει να καταχρόμαστε και να θεωρούμε δεδομένη μια ελευθερία για την οποία άλλοι πάλεψαν κι έχυσαν το αίμα τους. Ίσως γιατί δεν τιμούσαμε με κανέναν τρόπο όλους εκείνους, αλλά και τους προηγούμενους… Οι νέοι τότε έπιαναν τα ντουφέκια, εμείς σήμερα ξέρουμε μονάχα να μασουλάμε το καλαμάκι του φραπέ και να συζητούμε για τις τάσεις της μόδας ή ποιος βγήκε νικητής στο τάδε ριάλιτυ.

Και δεν ξέρω σε ποιον πρέπει περισσότερη ντροπή: σ’ εκείνους που δε γνωρίζουν ή σ’ εκείνους που δεν φρόντισαν να τους διδάξουν;

Ατρυτώνη Αθηνά

1 σχόλιο:

  1. Όταν ξεκίνησε ο Αρχηγός της ΕΟΚΑ Γεώργιος Γρίβας Διγενής τον Νοέμβριον του 1954 από την Ρόδον για να πάει στην Κύπρο μέσα σε σφοδράν θαλασσοταραχήν, ένα σύνθημα έδωσε: «ΕΝΩΣΙΣ». Ποτέ δεν υπέστειλε την σημαίαν του, και ουδέποτε διαφοροποίησε το σύνθημά του. Παρέμεινεν αγέρωχος και ασυμβίβαστος. Και κατέληξε μόνος, να αγωνίζεται μέχρι την υστάτην του πνοήν γι’ αυτό το ιδανικό!

    ΑπάντησηΔιαγραφή