Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

Ο Αθλητισμός στη Μεσαιωνική Ελλάδα και την Επανάσταση του 1821

Του Γ. Παρασκευόπουλου


Tο 1453 οι Οθωμανοί Τούρκοι δεν κατέκτησαν ταυτοχρόνως όλα τα εδάφη της πάλαι ποτέ κραταιάς Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Πολλές επαρχίες, ήδη από το τέλος της Σταυροφορίας του 1204, συνέχισαν να τις διοικούν οι Φράγκοι ακόμα και μέχρι τις αρχές του 18ου αιώνα. Οι Δούκες, οι Δόγηδες, οι πρίγκιπες και ορισμένοι καθολικοί ιερείς έδωσαν το δικό τους πολιτιστικό στίγμα στους σκληρούς αυτούς αιώνες της διπλής σκλαβιάς.

Δεν ήταν μόνο οι Οθωμανοί της Ανατολής, μα και οι Σταυροφόροι της Ευρώπης που σκίασαν τον πολιτισμό. Ο μύθος του Τριστάνου και της Ιζόλδης, το τραγούδι των Νιμπελούνγκεν και τα άλλα επικά έργα, που εξάρουν τον ηρωισμό και το ιπποτικό πνεύμα, έμειναν δυστυχώς μακριά από τα σύνορα της Βυζαντινής Ελλάδας. Ο Ιννοκέντιος Γ΄, ο Ερρίκος Δάνδολος, ο Βονιφάτιος ο Μομφερατικός είχαν άλλες προτεραιότητες... "Οι αιρετικοί Ορθόδοξοι", όπως καταγράφονται στη βιβλιογραφία της εποχής, έπρεπε να "ενταχθούν" στην ευλογία της Καθολικής Δύσης. Ο Έλληνας του μεσαίωνα, από την πρώτη στιγμή αντέδρασε στη διπλή επιβουλή της στρατιωτικής και πνευματικής υποταγής των Φράγκων. Βέβαια οι σιδηρόφρακτοι πολεμιστές δεν ήταν δυνατόν να καταβληθούν με σφενδόνες. Στη δεύτερη περίπτωση όμως η επιτυχία ήταν απόλυτη. Οι απόπειρες των Φράγκων να κυριαρχήσουν στη συνείδηση των κατακτηθέντων μέσω της θρησκείας, του δικαίου και της γλώσσας τους, απέβησαν άκαρπες. (βλέπε και Φ. Γκρεγκορόβιους: "Mεσαιωνική Αθήνα")

Το θρησκευτικό και ανθρωπιστικό πρόσωπο των σταυροφοριών δεν ήταν τίποτε άλλο παρά το προπέτασμα καπνού που κάλυψε όλες τις αρπαγές, λεηλασίες και κάθε είδους ανομίες, του ασύντακτου πλήθους των πάσης φύσεως Φράγκων κατακτητών. Τα ετερόκλιτα αυτά στίφη ως λέγει ο William Miller απέθεσαν στην Ελλάδα όλο το πλεόνασμα της τυχοδιωκτικής ορμής της Δύσης. Απέθεσαν βέβαια και ορισμένα πολιτιστικά στοιχεία, όπως τελετουργίες και αθλητικούς αγώνες, μέρος των οποίων ενσωματώνεται στην Ελληνική παράδοση. Απολύτως χαρακτηριστικές, αναφέρει ο Ν. Πολίτης, είναι οι περιγραφές των ιππικών αγώνων και του κονταροχτυπήματος στον "Ερωτόκριτο" του Βιτσέντζου Κορνάρου.

Σημαντική επίσης ήταν η πολεμική εκπαίδευση των ενόπλων Ελλήνων ανταρτών στον πρώτο αιώνα της Τουρκικής σκλαβιάς, που προήλθε από την επιλογή τους να αγωνίζονται δίπλα στους Βενετούς κατά τη διάρκεια των μεγάλων Βενετοτουρκικών πολέμων του δέκατου έκτου αιώνα. Αυτούς τους πολεμιστές οι ιστορικές πηγές της εποχής τους ονόμασαν "στρατιώτες". Ήταν οι πρόδρομοι των Αρματολών και των Κλεφτών.

Οι "στρατιώτες" έβλεπαν ως κύριο εχθρό τον Οθωμανό και ως προσωρινό τον αντιπαθητικό Βενετό κατακτητή, που κυριαρχούσε σε πολλές περιοχές του Ελληνισμού. Διέκριναν ότι η εκπαίδευση και η απόκτηση πολεμικών γνώσεων θα βοηθούσε μέσα από την σκυταλοδρόμησή της το δύσκολο αγώνα του μακροχρόνιου ξεσηκωμού. Οι "στρατιώτες" δεν ενεργούσαν απαραίτητα υπό τις σημαίες των Βενετών. Συχνά λειτουργούσαν αυτόνομα, προχωρώντας σε εξεγέρσεις ή σε συνεχή πόλεμο φθοράς κατά των Οθωμανών. Ήταν λιτοδίαιτοι, σκληροτράχηλοι και συνηθισμένοι στην πολεμική ζωή. Σπουδαίοι ιππείς, ακούραστοι δρομείς, άριστοι στο σημάδι, με υψηλές αλτικές ικανότητες, ως εκ τούτου ικανοί και ως πεζοί μαχητές. Οι "στρατιώτες" ήταν πολυαθλητές. Γυμνάζονταν συνεχώς και επεδείκνυαν τις ικανότητές τους στους ομοεθνείς τους, ώστε μέσω του θαυμασμού που προξενούσαν, έσπερναν το θάρρος, την ελπίδα, κυρίως όμως τη διάθεση να τους μιμηθούν οι επερχόμενες γενεές.

Κατ' αυτόν τον τρόπο περνάμε από την εποχή των στρατιωτικών και αθλητικών κατορθωμάτων του μυθικού πλέον Διγενή Ακρίτα στην εποχή της λεβέντικης ομορφιάς του Αρματολού. Αυτή η εσωτερική και εξωτερική λεβεντιά συνδέεται άμεσα καταγράφει ο λαογράφος του σήμερα με τη λατρεία ενός λαού που "ανύψωσε σε μυθικούς χώρους την ομορφιά και την παλικαριά". Ο Έλληνας Άγιος Γεώργιος, αναφέρει σχετικά ο Κωστής Παλαμάς, "σφιχτά συνταιριασμένος με την θρησκεία μας, με την ποίησή μας, με την λαογραφία μας και με την ιστορία μας, με το μοσχολίβανο του Χριστιανικού συναξαριού και την ευωδιά του ειδωλολατρικού μύθου. Από τον ηλιογέννητο θεό Μίθρα, στον δημοφιλέστερο Άγιο Γεώργιο της Χριστιανοσύνης που καβαλάρης τρέχει στον κίνδυνο και μας απαλλάσσει ως Περσέας ή Βελερεφόντης, έως τον Καραϊσκάκη, τον φημισμένο πολέμαρχο, τον συνονόματο του Αγίου, που πολεμούσε κάτω απ΄ το λάβαρό του"...

Πανηγύρια και αθλητικούς αγώνες διοργάνωναν οι σκλαβωμένοι Έλληνες στα απάτητα χωριά τους και στα αρματολίκια τους τις μέρες που γιόρταζε τους αγίους της η Ορθοδοξία. Αυτός ο συγκερασμός πίστης και αθλητισμού μετέφερε στη συνείδηση του Έλληνα την εθνική συνέχεια και το μεγάλο στόχο. Οι εορτές αυτές ήταν η φωνή της ελευθερίας και προέρχονταν απευθείας μέσα από την αστείρευτη πηγή της Ολυμπιακής ιδέας. Ο λαογράφος Δ. Σταμέλλος αναφέρει χαρακτηριστικά ότι "στην Μεσσηνία, Αρκαδία, Λήμνο, Ηλεία και αλλού, οι επίτροποι της εκκλησίας, του Αγίου Γεωργίου, αλλά και άλλοι προεστοί, διοργανώνουν αγώνες ιπποδρομίας, ταχύτητας δρόμου, λιθοβολίας, με βραβείο την ηθική αμοιβή του νικητή. Συνεχίζεται δηλαδή η Αρχαία παράδοση. Το βραβείο ήταν μια κουλούρα, μια απλή κουλούρα, ζυμωμένη με προσοχή και στολισμένη πάνω με κεντίδια. Αυτός ο κύκλος του ψωμιού αποτελεί το ιερό στεφάνι του νικητή, στεφάνι φτιαγμένο από την ιερή ύλη του σίτου. Όποιος θα φτάσει πρώτος στο τέρμα θα αρπάξει την κουλούρα, θα περάσει τους δρόμους του χωριού, καβάλα στο άλογό του, καμαρώνοντας σαν αληθινός Αη-Γιώργης, που νίκησε στον αγώνα της Δρακοντοκτονίας". Αυτός ο νικητής θα αποτελέσει τον αυριανό ανυπόταχτο αρματολό που θα ελευθερώσει το γένος…

Χαρακτηριστικό επίσης είναι το απόσπασμα από ένα διήγημα του Σπύρου Μελά, που περιγράφει αποκαλυπτικά με πιστότητα και γλαφυρότητα τη μορφή της παραδοσιακής φυσικής αγωγής της ηρωικής εκείνης εποχής. "Kαι αν τη Λαμπρή, τ΄ Αη Γιωργιού ή άλλη καλοκαιριάτικη γιορτή ανέβαινες στα ορεινά χωριά, στα μοναστήρια, ή ακόμα ψηλότερα, στ΄ απάτητα λημέρια, μ΄ έκπληξη θα' βλεπες αναστημένη άξαφνα την αρχαία Ελλάδα κι ας μην είχαν ακούσει να μιλάνε ποτέ για αυτήν στους λεβέντες της κλεφτουριάς, που παράβγαιναν στο λιθάρι, το πήδημα, το τρέξιμο, τις ομάδες. Αυτά τα αθλητικά παιγνίδια ξανάπαιρναν την παλαιά τους σημασία. Ξανάδεναν ασυναίσθητα την αρχαία λαμπρή παράδοση της φυσικής αγωγής. Δεν υπήρχε και ηλικία, που να εξαιρείται. Οι σωματικές επιδόσεις καλλιεργημένες από γενιά σε γενιά έφτασαν σε απίθανα όρια. Πήδαγαν με ένα πήδημα άλογα στην αράδα. Έφταναν στο τρέξιμο άτια, που κάλπαζαν. Κανένας ποτέ στρατός του κόσμου δεν είχε στελέχη γυμνασμένα στα άρματα με την τελειότητα της κλεφτουριάς. Η δεξιοτεχνία τους στο σπαθί, σήμερα φαίνεται παραμύθι. Με μια αστραπή γιαταγανιού χωρίζαν το κεφάλι του σφαχτού από το κορμί του. Κι οι πιο καλοί μάλιστα χωρίς να κουνήσουν διόλου το άλλο σώμα. Με μια και μόνο γιαταγανιά χωρίζαν το σφαχτάρι σε δυό από τον ώμο στα μεριά. Και στο ντουφέκι γίναν τόσο άξιοι, που ήταν άσκηση κοινή να περνάνε το βόλι από δαχτυλίδι".

Απολύτως ενδεικτικές της λαμπερής αθλητικής συνέχειας αποτελούν και οι απόψεις του Ρήγα Φεραίου, ο οποίος το 1797 αναλύει σχετικά με τους Ολυμπιακούς Αγώνες: "εκ τούτων ο δρόμος, η πάλη, ο δίσκος, το άλμα και το παγκράτιον παίζονται μέχρι σήμερον εις την Θεσσαλίαν και εις όλην την Ελλάδαν". σκλαβωμένος Βυζαντινός Έλληνας, τόσο στο Φράγκο όσο και στον Οθωμανό, κατάφερε τελικά να κληρονομήσει όλο τον πλούτο της αρχαίας παράδοσης. Οι προσπάθειες των υποστηρικτών του πνευματικού απομονωτισμού και της αλλοτρίωσης δεν μπόρεσαν να επεκταθούν στη συνείδηση του λαού. Η αλλοτρίωση, είτε προερχόταν από το "ασθματικό κυνηγητό των φώτων της Δύσης" είτε από το "ζοφερό άνεμο της Ανατολής", δεν κατέκτησε ποτέ τα πέλαγα της Ελληνικής ψυχής. Όλες οι πηγές της αρχαίας κληρονομιάς συνέχισαν να αναβλύζουν τροφοδοτώντας περίτεχνα την Ορθόδοξη Χριστολογία. Οι μελετητές της λαογραφίας μας μένουν κατάπληκτοι μπροστά στο πλήθος των αρχαιοελληνικών θρησκευτικών επιβιώσεων που βασιλεύουν στη λαϊκή ψυχή του νεότερου Ελληνισμού. Αυτή η νέα πνευματική σύζευξη θα συντροφεύσει το σκλαβωμένο Έλληνα και θα αποτελέσει την κορυφαία αιτία της δημιουργίας τόσο της εθνικής ταυτότητας των νεοελλήνων όσο και της συνειδητοποίησης των στόχων του υπολοίπου γένους. Όλοι αυτοί οι στόχοι, καθρεφτίζονται μέσα από τα πύρινα, λακωνικά κηρύγματα του τυπικά αγράμματου μα πνευματικά ολοκληρωμένου οπλαρχηγού της επαναστατημένης Ελλάδας, που ξεσήκωνε τα παλικάρια του γιατί "ήρθεν η ώρα να διώξουμεν τους Περσιανούς".
Πότε είχε ωριμάσει χρονικά η αλήθεια αυτής της ώρας; Στη συνείδηση του σκλαβωμένου, η κατάλληλη ώρα ήταν η κάθε στιγμή, η κάθε ευκαιρία. Δέκα μόλις χρόνια μετά την πτώση της Πόλης, ξεσηκώνεται η Μάνη και η Αρκαδία, αργότερα δε η Ακαρνανία, η Ήπειρος, η Στερεά. Βρισκόμαστε στο απόγειο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μα η φυσιογνωμία των οπλαρχηγών που περιγράψαμε απλώνει, χωρίς φόβο, τη δική της "Πνευματική Αυτοκρατορία" και αντιδρά. Ο Κροκόδειλος Κλαδάς, ο Μιχαήλ Ράλλης, ο Πέτρος Μπούας, οι αδελφοί Μελισσηνοί, ο Γρίβας, ο Δράκος, ο Μαλάμος, ο επίσκοπος τέλος, Τρίκης Διονύσιος γράφουν την δική τους ιστορία και προσπαθούν να διώξουν τους... Περσιανούς, από τον πρώτο κιόλας αιώνα της σκλαβιάς. Πάνω από τριάντα σημαντικά επαναστατικά κινήματα έγιναν μέχρι το μεγάλο ξεσηκωμό του 1821.

Οι Τούρκοι απαγόρευαν τις αθλητικές δραστηριότητες. Ο αθλητισμός, όπως ήδη έχουμε αναφέρει, ήταν για το σκλαβωμένο Έλληνα η ιδεολογική σύνδεσή του με το αρχαίο παρελθόν και αποτέλεσε, παρά τις απαγορεύσεις, το πιο δυναμικό "κρυφό σχολειό" του γένους. Οι Έλληνες σε κάθε ευκαιρία αγωνίζονταν στο σημάδι, στο δρόμο, στο πάλεμα, στη σφαίρα, στην άρση βαρών, στη σφενδόνη, για να αποκτήσουν "λαγού ποδάρι και Δράκου δύναμη", όπως καταγράφεται σε δημοτικό τραγούδι της εποχής. Ο Αθανάσιος Διάκος, προτού γίνει κλέφτης, χάριν της αγάπης του για τον αθλητισμό, συνελήφθη και φυλακίστηκε από τους Τούρκους, τη στιγμή που αγωνιζόταν με συνομήλικούς του στη ρίψη του λιθαριού. Ο Νικοτσάρας πηδούσε επτά άλογα, τοποθετημένα το ένα πλησίον του άλ λου. Η επίδοση αυτή αντιπροσώπευε άλμα μήκους οκτώ μέτρων. Ο Ζαχαριάς κατεδίωκε και έφτανε άλογο καλπάζον. Ο Ανδρούτσος ήταν ένας άφταστος πολυαθλητής. Ιδού πως τον εμφανίζει δημοτικό τραγούδι της εποχής. "Σαν κάστρο είν΄ οι πλάτες του, σαν βράχος η κεφαλή του. Και τα πλατειά τα στήθη του Τοίχοι χορταριασμένοι". Κατά την ίδια εποχή ο αρματολός Χρήστος Γκούγγας πρωταγωνιστεί ως παλαιστής. Είχε Ηράκλεια δύναμη, μπορούσε με μια γροθιά να σκοτώσει άνθρωπο ή ζώο. Ακόμα και ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης, περασμένα τα πενήντα, στη Μάνη, ετοιμάζοντας την επανάσταση, γυμναζόταν όσες ελεύθερες ώρες είχε.

Οι Έλληνες, όλα τα χρόνια της σκλαβιάς, αθλούνταν, πολεμούσαν και οραματίζονταν τη Μεγάλη Ιδέα. Μία εικόνα ενός νέου Ελληνικού Κράτους, με δύναμη, με αίγλη, με στόχους, με δικαιοσύνη. Πέρα απ΄ την "Κόκκινη Μηλιά". Ένα μήνυμα που έθρεψε με τη δισυπόστατη, μεγαλοπρεπή ασάφειά του, γενιές και γενιές πολεμιστών, σε όλα μάλιστα τα επίπεδα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης του λαού. Αυτός ο πνευματικός και στρατιωτικός αγώνας του έθνους, από την πρώτη κιόλας στιγμή της πολύμορφης δουλείας, οδήγησε τελικά στη λαμπερή εκείνη ημέρα της 25ης Μαρτίου του 1821. Τότε ξεσηκώθηκαν όλοι. Οι λεγόμενοι αριστοκράτες, οι πλούσιοι, οι πτωχοί, οι πρόκριτοι, οι έμποροι, οι Έλληνες του εξωτερικού, ο κλήρος, ο απλός λαός, οι πλοιοκτήτες, οι οπλαρχηγοί, ακόμα και αυτοί που ευρίσκοντο σε επαφή με την Τουρκική εξουσία. Η επανάσταση ήταν η συλλογική έκφραση του λαού, με ζωντανή τη μακραίωνη ιστορική του μνήμη, να αποκτήσει την Εθνική του ανεξαρτησία. Παρά τις εμφύλιες έριδες, τις προδοσίες, την επιβουλή των τότε Μεγάλων Δυνάμεων, ο αγώνας τελειώνει με τη ναυμαχία του Ναυαρίνου (Οκτώβριος του 1827) και την Ιουλιανή σύμβαση, που ανοίγει την πόρτα στη δημιουργία του Νέου Ελληνικού Κράτους (βλέπε και Ν. Κασομούλη: "Στρατιωτικά ενθυμήματα"). Η προσπάθεια, βεβαίως, δεν σταμάτησε εδώ. Όλος ο υπόλοιπος δέκατος ένατος αιώνας, ποτίστηκε με άφθονο αίμα, ώστε μέσα από τα τραχύτατα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα των κυβερνήσεων του Καποδίστρια, του Όθωνα, του Γεωργίου του Α΄ να οδηγηθούμε στα σύνορα που χαράχθηκαν την αυγή της νέας εποχής (1912 -1913). Ήδη όμως, ο Ελληνικός λαός και ορισμένοι άξιοι εκπρόσωποί του είχαν σημειώσει μία σπουδαία επιτυχία. Τη διοργάνωση της Πρώτης Σύγχρονης Ολυμπιάδας.

Το νέο Ελληνικό κράτος προσπαθούσε να βρει τον εαυτό του. Η μακρόχρονη δουλεία, οι πάσης φύσεως καταστροφές, η εξάρτηση από τις χρηματοδοτήσεις, το φαινόμενο της ληστείας, το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, οι επιρροές τέλος των μεγάλων δυνάμεων αποτελούσαν τις συμπληγάδες πέτρες για την ανάπτυξη του μικρού αυτού κομματιού ελεύθερης γης. Το σύστημα της εκπαίδευσης και αγωγής των Νεοελλήνων ακολουθούσε το δικό του ανηφορικό μονοπάτι. Ενώ στους κύκλους των διανοουμένων είχε αναπτυχθεί μια έντονη τάση επιστροφής και μελέτης της αρχαίας κληρονομιάς, υπήρχε παράλληλα και μια σκληρή συντηρητική αντίληψη, που εθέρμαιναν παλαιές Βυζαντινίζουσες απόψεις, ότι η σωματική άσκηση, είχε μικρή σπουδαιότητα και ότι το βάρος πρέπει να δοθεί στην απόκτηση πνευματικών γνώσεων. Φωτεινή εξαίρεση απο τέλεσε ο Αδαμάντιος Κοραής και οι ομοϊδεάτες του, οι απόψεις των οποίων δεν αρκούσαν για να αλλάξουν τις κρατούσες αντιλήψεις. Θεοφοβία και σκοταδισμό αντιμετώπισαν εκείνους τους χρόνους πολλοί δάσκαλοι του γένους, αφ΄ ενός διότι ερεύνησαν "μέχρις οστών" την αρχαία γραμματεία και αφ΄ ετέρου διότι αμφισβήτησαν τις κάθε είδους εξ αποκαλύψεως αλήθειες. "Ο Θεός δεν ενεργεί από μακριά, αλλά ουσιωδώς ενυπάρχει μέσα σε κάθε πράγμα. Αυτό που μετρά είναι η αλήθεια, η οποία εξάγεται δια του λόγου και του διαλόγου, της αποδείξεως και του ελέγχου", έλεγε ο πρωτοπόρος δσκαλος του νεοελληνικού διαφωτισμού, Μεθόδιος Ανθρακίτης.

Τέτοια ρωμαλέα πνεύματα, εκτός του Κοσμά του Αιτωλού, του Ευγενίου Βουλγάρεως και των άλλων διαφωτιστών, μπορεί να θεωρηθούν στον καθοριστικό αιώνα της απελευθέρωσης ο Θεόφιλος Καϊρης, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, ο Μπαλάνος Βασιλόπουλος. Ήδη από το 1830, ομάδα λογίων με επικεφαλής τον Π. Σούτσο προτείνουν, μέσω ενός υπομνήματος, στην κυβέρνηση Καποδίστρια, την ανασύσταση των Ολυμπιακών αγώνων, ορίζοντας μάλιστα ως χρόνο έναρξης την ημέρα της εθνικής εορτής της 25ης Μαρτίου. Η πρόταση αυτή έχασε τον προσανατολισμό της μες στο πυκνό ρομαντικό δάσος της εποχής. Οι πρώτες ουσιαστικές απόπειρες εισαγωγής της γυμναστικής στα σχολεία έγιναν την εποχή του Όθωνα. Η Ελληνοκεντρική πάντως αγωγή παραγκωνίζεται για να μιμηθούμε τα ξένα πρότυπα, άλλοτε του Αγγλικού και άλλοτε του Σουηδικού, το οποίο επικράτησε επί μακρόν. Ο άνθρωπος που συνέβαλε καθοριστικά στην εισαγωγή της γυμναστικής στα σχολεία, αντλώντας μάλιστα υλικό από την απέραντη θάλασσα της αρχαίας παράδοσης, ήταν ο Ιωάννης Φωκιανός, ο πατέρας της σύγχρονης Ελληνικής γυμναστικής, αλλά και ο μεγάλος δάσκαλος της αθλητικής παιδείας Ι. Χρυσάφης. Ο Φωκιανός μάλιστα, μαζί με τους μαθητές του, ίδρυσαν τον Πανελλήνιο Γυμναστικό Σύλλογο, τον αρχαιότερο σύλλογο της χώρας.

Ο Ηπειρώτης ευεργέτης Ευάγγελος Ζάππας ήταν ο εμπνευστής και χρηματοδότης της σπουδαιότερης αθλητικής κίνησης που προηγήθηκε των αγώνων του 1896. Ήταν τα Ολύμπια που διοργανώθηκαν στα έτη 1859, 1870, 1875 και 1889. Ο διεθνής τύπος έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Οι αγώνες δε αυτοί λειτουργούσαν ως μία πράξη απόκτησης εμπειριών αγωνιστικών και οργανωτικών ούτως ώστε να τεθούν στέρεες βάσεις στην προσπάθεια της αναβίωσης του Ολυμπισμού. Οι αθλητικές αυτές κινήσεις και η γενικότερη πνευματική ζύμωση βοήθησαν την επιχειρηματολογία του Δ. Βικέλα ώστε να πείσει (αυτός και μόνο αυτός) τον μεγάλο λάτρη του αρχαιοελληνικού αθλητικού ήθους, Pierre de Coubertin, να πάρει την απόφαση να φέρει εις πέρας το σπουδαίο τούτο έργο. (περισσότερα βλέπε "Ολυμπιακοί Αγώνες" έκδοση Καρόλου Μπέκ Αθήνα 1896)

Ο Γάλλος βαρώνος σπουδαίος αθλητής ο ίδιος αποτέλεσε μαζί με τον Δ. Βικέλα, την ψυχή και το μυαλό της συλλογικής αυτής προσπάθειας. Πέθανε στις 2 Σεπτεμβρίου του 1937. Στη διαθήκη του ζήτησε να πραγματοποιηθεί μία μόνο επιθυμία του: Η καρδιά του να τοποθετηθεί εντός υδρίας και να ταφεί στην Ολυμπία. Η επιθυμία του πραγματοποιήθηκε και μετά τον Β’ ΠΠ η Ελληνική Πολιτεία, δια του Βασιλέως Παύλου τοποθέτησε την καρδιά του σε μνημείο που είχε κατασκευαστεί γι’ αυτο τον λόγο στην Αρχαία Ολυμπία.

Λίγο πριν το τέλος ανέφερε: "Το πρώτο και ουσιώδες χαρακτηριστικό του αρχαίου Ολυμπισμού, καθώς επίσης και του νεοτέρου, είναι ότι αποτελεί Θρησκεία. Λαξεύοντας το σώμα του με την άσκηση, όπως ο γλύπτης το άγαλμα, ο αρχαίος αθλητής τιμούσε τους θεούς. Μιμούμενος αυτόν, ο νεότερος αθλητής τιμά το λαό του, το έθνος του, την ιστορία του".



1 σχόλιο: