Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2013

Η Ρεπούση και ο Εθνικισμός

Του Δημήτρη Ε. Γκίκα,
Φιλόλογου, Μ.Α.,
Υπ. Δρ. Πολιτικής Φιλοσοφίας Ιονίου Πανεπιστημίου


Για την κυρία Ρεπούση έχω ασχοληθεί αρκετές φορές, για ένα κυρίως λόγο: διότι ο πολιτικός της λόγος «καπελώνει» την ακαδημαϊκή της ιδιότητα. Χρησιμοποιεί δηλαδή η εν λόγω βουλευτής την ακαδημαϊκή της ιδιότητα για να στηρίξει την πολιτική της φιλοσοφία. Η στάση της δεν είναι μόνο ηθικά μεμπτή, είναι και ακαδημαϊκά ανεπίτρεπτη. Δεν εξετάζω καν το σκιώδη τρόπο με τον οποίο απέκτησε την ακαδημαϊκή της ιδιότητα (ούτε η πρώτη, εξάλλου είναι ούτε και η τελευταία). Κρίνω, όμως την πολιτική της στάση και την ακαδημαϊκή της ταυτότητα.


Η κ. Ρεπούση εμφανίστηκε εκ νέου σε μια συνέντευξή της στην εφημερίδα «Ελλήνων Λόγος» της ομογένειας της Αυστραλίας και διατύπωσε τις, συνήθεις πια, ανακρίβειές της σχετικά με τους…μύθους της ιστορικής διαδρομής των Ελλήνων. Οπωσδήποτε, καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράσει οποιαδήποτε άποψη, πολύ περισσότερο ένας πολιτικός. Το να την εκφράζεις, όμως επικαλούμενος την ακαδημαϊκή σου ιδιότητα, την ίδια ώρα που ουσιαστικά την ακυρώνεις, αποτελεί μέγιστη υποκρισία!

Επειδή αυτά έχουν ξαναγραφεί, επισημαίνω, για ακόμα μία φορά, ότι όταν δεν αποδέχεσαι στοιχειώδη θέματα της ιστορικής συγγραφής (πηγές, μαρτυρίες κλπ) για ένα γεγονός ή τα ερμηνεύεις με μοναδικό κριτήριο την πολιτική σου ιδεολογία, μπορεί να κάνεις πολιτική, δεν κάνεις όμως επιστήμη. Το παραπάνω, όμως που ειπώθηκε από την κ. Ρεπούση είναι πως ο εθνικισμός φταίει για το κακό της Χρυσής Αυγής. Και επ’ αυτού θα ήθελα να απαντήσω.

Προφανώς είναι ακατόρθωτο να πείσεις έναν οποιονδήποτε πολίτη (όταν μάλιστα διαθέτει και την ιδιότητα του πολιτικού) να αποδεχτεί πολύ βασικά στοιχεία της πολιτικής φιλοσοφίας. Ένα από αυτά είναι πως κάθε ιδεολογική αναφορά και ο αντίστοιχος όρος που την πλαισιώνει προϋποθέτει πάντα μια ιστορική βάση. Ο κομμουνισμός, ας πούμε, βασίζεται στο ότι πολλές φορές οι άνθρωποι διαμορφώνουν τόσο την κοινωνική, όσο και την ευρύτερη πολιτική συμπεριφορά τους με βάση το χρήμα. Εν μέρει, ίσχυε πάντα. Οπωσδήποτε, ο κομμουνισμός δε δέχεται καμία άλλη επίδραση στο σχηματισμό τέτοιας συμπεριφοράς: τα πάντα περιστρέφονται γύρω από το χρήμα. Η ιστορία κινείται με βάση την ύλη, οι άνθρωποι μονάχα αυτό σκέφτονται στις καθημερινές τους πράξεις. Το πόσο επικίνδυνη είναι μια τέτοια θεώρηση, το βλέπουμε στην εποχή που ζούμε: η υλικοκρατία είναι αποτέλεσμα τόσο της πολιτικής και οικονομικής κυριαρχίας του φιλελευθερισμού, όσο και της ιδεολογικής επικράτησης του κομμουνισμού. Οι δύο δήθεν αντίπαλοι, στην πραγματικότητα έβαλαν το «χεράκι» τους στο να δημιουργηθεί το χάλι που επικρατεί σήμερα στην ανθρωπότητα.

Η ιδεολογία του εθνικισμού, από την άλλη, αποδέχεται πως η εθνική ταυτότητα όχι μόνο καταξιώνει την ανθρώπινη βούληση, αλλά της δίνει και συγκεκριμένη υπόσταση, ένα λόγο για να πορεύεται ο άνθρωπος.

 Δεν είναι τυχαίο που στη σύγχρονη χοάνη της παγκοσμιοποίησης και της απαλοιφής κάθε εθνικής και ευρύτερα πολιτιστικής διαφοράς, τα φαινόμενα της αδράνειας, της απουσίας νοηματοδότησης της ζωής, της αύξησης των κρουσμάτων αυτοκτονίας αλλά και βίας, κυριαρχούν σε πολύ μεγάλο βαθμό. Η αίσθηση της συνοχής δε δημιουργείται ποτέ με γνώμονα μια οικονομική ενότητα (πολιτική ή κοινωνική). Οι άνθρωποι δε βρίσκουν νόημα στη ζωή τους φτιάχνοντας «εταιρείες», διαμορφώνοντας δηλαδή σχέσεις με τους συνανθρώπους τους που βασίζονται μονάχα στο οικονομικό κέρδος. Αυτή την απουσία νοήματος (σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο) την αναπληρώνει η αίσθηση του ανήκειν σε ένα συγκεκριμένο έθνος, μια ομάδα ανθρώπων δηλαδή που σχετίζονται μεταξύ τους με πολύ συγκεκριμένους και στενούς δεσμούς (ο θρησκευτικός, ο γλωσσικός, η κοινή πολιτισμική καταγωγή είναι μερικοί από αυτούς), έτσι ώστε η αίσθηση της συνοχής να είναι διαρκής και αρραγής.

Ο Εθνικισμός, λοιπόν αντιπροσωπεύει αυτήν ακριβώς την αίσθηση του ανήκειν, νοηματοδοτεί την ανθρώπινη δράση, δημιουργεί πολίτες γρηγορούντες και επαγρυπνούντες που δεν κάθονται άπραγοι αλλά δρουν στη βάση της διαφύλαξης αυτής της ενότητας. Δημιουργεί πολίτες ενεργούντες, όχι πολίτες του καναπέ ή της διαμαρτυρίας εξ αποστάσεως. 
Σε «δένει» με το συνάνθρωπό σου πολύ περισσότερο απ’ ότι θα σε «έδενε» μια εντελώς μηχανοποιημένη σχέση που εδράζεται στο χρήμα, την ψευδεπίγραφη εξίσωση των πολιτισμών, την ταυτοποίηση των πάντων.

Αυτόν, λοιπόν τον εθνικισμό επικαλείται η κ. Ρεπούση ως αίτιο για όλα τα…κακά! Άποψή της. Αρκεί να τη διατυμπανίζει ως τέτοια κι όχι να την…πλασάρει ως ακαδημαϊκή και ιστορικά, δηλαδή επιστημονικά, ορθή.

Ο κομμουνισμός δημιούργησε πλείστα στραβά. Σαφώς...το ίδιο και ο κοινοβουλευτισμός. Το ίδιο και η δημοκρατία. Δε δικαιούται, λοιπόν κανείς να διατυπώνει, εν είδει, μάλιστα αυθεντίας, τέτοιες ανοησίες περί εθνικισμού.

Και κάτι τελευταίο: Η Χ.Α. δεν εκπροσωπεί μόνη της το Εθνικιστικό κίνημα στην Ελλάδα. Εγώ πιστεύω ότι εκπροσωπεί ίσως μια κακέκτυπη θεώρησή του, πεπαλαιωμένη και εντελώς ανεπίκαιρη (η συμπεριφορά και το ντύσιμο των στελεχών της θυμίζουν Μεσοπόλεμο), με στοιχεία ξενόφερτης επιρροής. Παρόλα αυτά, το να κρίνεις τον Εθνικισμό ως ιδεολογία, κατά την γνώμη μου, μόνο από τους μέτριους εώς χειρότερους εκφραστές της αποτελεί, συν τοις άλλοις, και άκυρη κριτική που σκοπό έχει να παραπλανήσει!





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου